4 Δεκ 2014

Το Ελληνικό ελαιόλαδο και η μάχη του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά




Η περσινή χρονιά ήταν για τις ελληνικές ελιές μία από τις χειρότερες των τελευταίων 50 ετών

Συγκεντρώθηκαν μόλις 135.000 τόνοι ελαιόλαδου

Φέτος, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 300.000 τόνους 

 Από αυτούς, η Κρήτη θα δώσει τους 80.000-90.000, ενώ κατά μέσο όρο παράγει 100.000 τόνους

Η παραγωγή του 2012-2013 ήταν από τις καλύτερες των τελευταίων ετών στη χώρα μας, με 360.000 τόνους. 


Λόγω των κλιματολογικών συνθηκών, μόνο 54 χώρες στον κόσμο μπορούν να υποστηρίξουν παραγωγή ελαιόλαδου. 




Η Ισπανία παράγει το 40% της παγκόσμιας παραγωγής, η Ιταλία το 22% και η Ελλάδα το 13%. Ακολουθούν Τουρκία, Μαρόκο, Συρία, Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτος και Πορτογαλία. 

 Όμως στην Ελλάδα το 75% του παραγώγιμου ελαιόλαδου είναι εξαιρετικά παρθένοΣτην Ιταλία το ίδιο ποσοστό πέφτει στο 45% και στην Ισπανία στο 30%. 

 Στη Λακωνία, που παραδοσιακά πιάνει τις υψηλότερες τιμές, η τιμή του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου έφτασε τα 3,9 ευρώ το κιλό (χωρίς ΦΠΑ). 

Το παρθένο ελαιόλαδο είναι το λάδι «φυσικός χυμός» που περιέχει ανέπαφα όλα τα βασικά συστατικά του ελαιόκαρπου και όλες τις ευεργετικές για την υγεία ιδιότητες. 
Το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο έχει οξύτητα ≤0,8%, το παρθένο ελαιόλαδο ≤2,0% και το ελαιόλαδο Λαμπάντε ≥2,0%. 

Οι μεγάλοι ανταγωνιστές μας έχουν προβλήματα φέτος. Η Ισπανία θα πέσει στους 800.000 τόνους, από τους 1.800.000 πέρσι, και η Ιταλία αναμένεται να πιάσει με δυσκολία τους 200.000 τόνους, από τους συνηθισμένους 400.000-500.000. 
 Η Συρία, λόγω του εμφυλίου που ακόμα μαίνεται, δεν αναμένεται να παραγάγει πάνω από 50.000 τόνους. Ο μέσος όρος τις άλλες, «κανονικές» χρονιές ήταν 200.000. 
 Σωρευτικά, η παγκόσμια φετινή παραγωγή αναμένεται να διαμορφωθεί στα 2,55 εκατ. τόνους, μειωμένη σχεδόν κατά 20% από το επίπεδο-ρεκόρ των 3,19 εκατ. τόνων της σεζόν 2013-'15.

Το λάδι πωλήθηκε φέτος στα 3 ευρώ το κιλό σε Χανιά, Κολυμβάρι, Μεσσαρά Ηρακλείου και Μεσσηνία και 2,90 ευρώ στη Ζάκυνθο. 
Στο ράφι το τελικό προϊόν θα ξεπεράσει τα 5 ευρώ. 

Το 75% του ελληνικού εξαγώγιμου ελαιόλαδου δεν είναι τυποποιημένο. 

 Στην Ελλάδα λειτουργούν 2.177 ελαιοτριβεία, 408 τυποποιητήρια ελαιόλαδου, 33 πυρηνελαιουργεία. 

 Σε όλη την ελληνική επικράτεια βρίσκονται 10 εκατ. στρέμματα ελαιώνων, με περίπου 132 εκατ. ελαιόδεντρα. 
Οι ελαιώνες καλύπτουν το 23,5% των καλλιεργούμενων εκτάσεων στην Ελλάδα και η παραγωγή ελαιόλαδου καλύπτει το 11% της συνολικής αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα σε όρους αξίας. 

 Ο κλάδος στην Ελλάδα συνεισφέρει το 0,3% του ΑΕΠ (έναντι 0,2% του ΑΕΠ στην Ισπανία και 0,1% στην Ιταλία). 

Ο κλήρος είναι κατακερματισμένος στην Ελλάδα, κάτι που επιδρά αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα του ελληνικού προϊόντος, σύμφωνα με οικονομολόγους. 
Στην Ελλάδα υπάρχουν 778.660 ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις, εκ των οποίων το 58% έχει μέγεθος κάτω των 10 στρεμμάτων. 

Κάθε κομμάτι γης, ανάλογα με το μέγεθός του, τον βαθμό καλλιέργειας, το έδαφος και τις κλιματολογικές συνθήκες κάθε χρονιάς, μπορεί να παραγάγει 8-12 κιλά ελαιόλαδου τον χρόνο.

Κύρια πηγή των ευεργετικών ιδιοτήτων του ελαιόλαδου αποτελούν τα υψηλά επίπεδα μονοακόρεστων λιπαρών οξέων. Είναι, επίσης, πλούσιο σε βιταμίνη Ε και αντιοξειδωτικές ουσίες. 
Μπορεί να διατηρηθεί έως και 9 μήνες σε μπουκάλι και ως 18 μήνες σε μεταλλικό δοχείο.

Η καλλιέργεια της ελιάς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία και τον πολιτισμό της Κρήτης. Η παρουσία της στο νησί επιβεβαιώνεται για πρώτη φορά στη Μέση Νεολιθική Εποχή (5400-4400 π.Χ.), ενώ την ίδια περίοδο ξεκίνησε και η παραγωγή ελαιόλαδου από τον ελαιόκαρπο. Κατά τους πρωτομινωικούς χρόνους (2800-2300 π.Χ.) φύονταν ολόκληρα δάση με ελιές και αγριελιές στην πεδιάδα της Μεσσαράς. 

Ευρήματα της μινωικής εποχής που σώζονται μέχρι σήμερα και μαρτυρούν την ύπαρξη του καρπού της ελιάς από τότε, όπως τα λίθινα πιεστήρια που βρέθηκαν στη Φαιστό και στον Κομμό.

Αρχαία πιεστήρια ελιάς στον Κομμό

Μέσα στο λιμενικό οικισμό βρέθηκαν πολύ καλά διατηρημένα κτίρια που φανερώνουν την αναπτυγμένη καλλιέργεια της ελιάς κατά τα μινωικά χρόνια. 

Εδώ βρέθηκαν πέτρες ελαιοπιεστηρίων καθώς και πλήθος εξαρτημάτων και εργαλείων, όπως διαχωριστήρες, αντίβαρα, γούρνες και αγγεία που σχετίζονταν με την αποθήκευση του παραγόμενου λαδιού.

Οι εγκαταστάσεις του ελαιοπιεστηρίου φανερώνουν ότι οι Μινωίτες είχαν χτίσει εξέδρες πάνω στις οποίες ήταν στερεωμένη η κάτω πέτρα του πιεστήριου. Πάνω στην πέτρα έμπαινε η ζύμη ελιάς που παραγόταν από τη θραύση των καρπών της ελιάς και συμπιεζόταν από πέτρινα βαρίδια, που επίσης βρέθηκαν στις ανασκαφές.

Τα περισσότερα ευρήματα της ελαιοκομικής παραγωγής στον Κομμό, καθώς και πολλά πέτρινα, πήλινα και μεταλλικά αντικείμενα φυλάσσονται σήμερα στο μουσείο Ηρακλείου.

Ελαιόλαδο έχει ανακαλυφθεί σε πήλινο αγγείο και σε νεκροταφείο στην περιοχή της Αθήνας που χρονολογήθηκε στα 2.700-2.300 π.Χ.